γνωρισμός

γνωρ-ισμός, ,
A making known, Arist.AP0.90b16.
2 identification, PTeb.288.15 (iii A. D.).
II recognition, EM735.25, Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωρισμός — making known masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρισμός — ο (AM γνωρισμός) [γνωρίζω] 1. η γνωριμία 2. η αναγνώριση (αρχ. μσν.) (νομ.) η γνωστοποίηση …   Dictionary of Greek

  • γνωρισμοῦ — γνωρισμός making known masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρισμῷ — γνωρισμός making known masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρισμόν — γνωρισμός making known masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζω — και εγνωρίζω και ηγνωρίζω (AM γνωρίζω, Μ και ἐγνωρίζω και ἠγνωρίζω) 1. έχω μάθει, ξέρω κάτι 2. έχω γνωριμία με κάποιον, ξέρω κάποιον 3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάτι 4. καθιστώ γνωστό, ανακοινώνω κάτι σε κάποιον 5. επαναφέρω στη μνήμη μου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.